Την απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου για αύξηση των συντάξεων του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΤΚΑ) από τον Ιανουάριο του 2025 κατά 5,94% στο βασικό τους μέρος και κατά 1,49% στο συμπληρωματικό μέρος, ανακοίνωσε ο Υπουργός Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων Γιάννης Παναγιώτου, αναφέροντας παράλληλα ότι η αύξηση του βασικού μέρους των συντάξεων του ΤΚΑ κατά 5,94% είναι η υψηλότερη από το 1996.

«Η θετική πορεία της κυπριακής οικονομίας και η συνεπής εφαρμογή της ανθρωποκεντρικής κυβερνητικής πολιτικής αποφέρει αποτελέσματα που βελτιώνουν αισθητά την καθημερινότητα των πολιτών», ανέφερε και πρόσθεσε ότι «ενισχύεται σταδιακά η επάρκεια των συντάξεων και των μισθών και αυτή η θετική πορεία θα συνεχιστεί».

Συγκεκριμένα, σε δηλώσεις μετά τη συνεδρία του Σώματος την Παρασκευή , ο Υπουργός Εργασίας ανέφερε ότι το μηνιαίο ύψος της πλήρους βασικής σύνταξης αυξάνεται από 483,77 ευρώ σε 512,50 ευρώ και της κατώτατης σύνταξης αυξάνεται από 411,20 σε 435,62 ευρώ για δικαιούχους χωρίς εξαρτώμενα.

Πρόσθεσε ότι στο σύνολο τους, οι δικαιούχοι της θεσμοθετημένης σύνταξης του ΤΚΑ ανέρχονται σε 142.542.

Παράλληλα, ο κ. Παναγιώτου είπε ότι το μηνιαίο ύψος της κοινωνικής σύνταξης αυξάνεται από 391,85 ευρώ σε 415,13 ευρώ και αφορά 17.853 δικαιούχους.

Ανέφερε ότι το ποσοστό της αύξησης στο βασικό μέρος των συντάξεων υπολογίζεται ανάλογα με την αύξηση του μέσου όρου των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών μεταξύ των δύο προηγούμενων ετών, όπως αυτή προσδιορίστηκε μέσα από σχετική αναλογιστική έκθεση.

Σημείωσε ότι το ύψος της αύξησης στο συμπληρωματικό μέρος των συντάξεων αναπροσαρμόζεται κατά το ποσοστό αύξησης του μέσου όρου του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2024 σε σύγκριση με τον αντίστοιχο μέσο όρο κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2023.

Είπε ακόμη ότι η αύξηση του βασικού μέρους των συντάξεων του ΤΚΑ κατά 5,94% είναι η υψηλότερη που καταβάλλεται από το 1996 και αντανακλά την μεγαλύτερη αύξηση στο μέσο όρο των ασφαλιστέων αποδοχών των τελευταίων τριών δεκαετιών.

Επικαλούμενος στοιχεία του ΤΚΑ, ο Υπουργός Εργασίας είπε ότι οι μισθοί αυξήθηκαν κατά μέσο όρο το 2023 περισσότερο από όσο είχαν αυξηθεί τα προηγούμενα 30 χρόνια και αυτό οδηγεί στην αύξηση των συντάξεων του ΤΚΑ στο βασικό τους μέρος κατά σχεδόν 6%.

Σε ερώτηση αν η αύξηση προβλέπεται από τη νομοθεσία ως αποτέλεσμα της αύξησης των μισθών, ο κ. Παναγιώτου είπε ότι η νομοθεσία προνοεί ότι γίνεται αυτή η διαδικασία για να υπολογιστεί το ύψος της αύξησης που καταβάλλεται στις συντάξεις του ΤΚΑ, προσθέτοντας ότι «από τον Ιανουάριο του 2025 υλοποιείται η απόφαση που λήφθηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο κατά το προηγούμενο διάστημα, σύμφωνα με την οποία θα εφαρμοστεί στην πράξη αυτό που προνοείται από τη νομοθεσία».

Ανέφερε πως σύμφωνα με την εφαρμογή της κυβερνητικής πολιτικής για την ενίσχυση της επάρκειας των μισθών, οι αυξήσεις στους μισθούς που εντοπίζονται μέσα από τις ασφαλιστικές εισφορές στο ΤΚΑ είναι τέτοιου ύψους που οδηγούν στην αύξηση των συντάξεων του ΤΚΑ στο βασικό τους μέρος κατά σχεδόν 6%.

«Αυτή η αύξηση είναι η υψηλότερη που καταβάλλεται από το 1996», επισήμανε.

Ανέφερε ότι «η αύξηση που εντοπίζεται στους μισθούς σύμφωνα με το ύψος των ασφαλιστέων αποδοχών για τις οποίες καταβάλλονται ασφαλιστικές εισφορές, είναι η υψηλότερη των τελευταίων 30 χρόνων και αυτό είναι ένα σημαντικό βήματα προς την κατεύθυνση της ενίσχυσης της επάρκειας των μισθών και των συντάξεων έτσι ώστε σταδιακά να φθάσουμε στο σημείο το οποίο τίθεται από την Κυβέρνηση ως στόχος για να επιτευχθεί η ενίσχυση της επάρκειας των μισθολογικών και συνταξιοδοτικών απολαβών».

Ερωτηθείς αν από τις αυξήσεις αυτές θα επηρεαστεί το ύψος του επιδόματος χαμηλοσυνταξιούχου, ο κ. Παναγιώτου είπε ότι έχει ήδη αποφασιστεί, ενόψει της ψήφισης του προϋπολογισμού του 2025, ότι αυτές οι αυξήσεις στις συντάξεις του ΤΚΑ δεν θα επηρεάσουν το ύψος του επιδόματος χαμηλοσυνταξιούχου που καταβάλλεται από το Υφυπουργείο Πρόνοιας.

Κόντρα ΑΚΕΛ με τον Υπουργό

Η αύξηση των συντάξεων του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων τον Ιανουάριο του 2025 είναι η μεγαλύτερη αύξηση των τελευταίων τριάντα ετών, που αποτελεί μια θετική εξέλιξη για σχεδόν 160.000 συνταξιούχους, αναφέρει σε γραπτή δήλωση ο Υπουργός Εργασίας Γιάννης Παναγιώτου απαντώντας στην επί του θέματος αντίδραση του ΑΚΕΛ, επισημαίνοντας ότι επί διακυβέρνησης ΑΚΕΛ οι συντάξεις παρέμειναν στάσιμες και παγοποιήθηκαν, ενώ χρειάστηκαν πολλά χρόνια για να αποκατασταθεί η ζημιά που είχαν υποστεί οι συνταξιούχοι.

Ο κ. Παναγιώτου, επίσης διαμηνύει ότι ο αντιπολιτευτικός ρόλος είναι σεβαστός και άσκηση κριτικής είναι κατανοητή, όμως η χώρα προχώρα μπροστά με αυτοπεποίθηση και αισιοδοξία, για την ανάπτυξη της οικονομίας και την συνοχή της κοινωνίας.

«Η Κυβέρνηση υλοποιεί το Πρόγραμμα Διακυβέρνησης και εφαρμόζει τις πρόνοιες της Νομοθεσίας για την ενίσχυση της επάρκειας των συντάξεων και των μισθών, με στόχο την σταδιακή βελτίωση της καθημερινότητας των πολιτών», αναφέρει στη γραπτή δήλωσή του ο Υπουργός Εργασίας.

Σε αυτό το πλαίσιο, προσθέτει, «επιτεύχθηκε η μεγαλύτερη αύξηση των συντάξεων του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων των τελευταίων τριάντα ετών, που αποτελεί μια θετική εξέλιξη για σχεδόν 160.000 συνταξιούχους».

Ο κ. Παναγιώτου επισημαίνει ότι «παρόλο που η αύξηση του βασικού μέρους των συντάξεων κατά 5,94% είναι ένα σημαντικό βήμα προς την σωστή κατεύθυνση, το ΑΚΕΛ επέλεξε να αντιδράσει αρνητικά και ειρωνικά, ισχυριζόμενο ότι δήθεν η αύξηση των συντάξεων είναι αυτονόητη ανεξαρτήτως Κυβερνήσεως, λόγω της Νομοθεσίας του 1980».

Ωστόσο, συνεχίζει, «παρόλο που ίσχυαν οι ίδιοι νόμοι κατά την περίοδο της διακυβέρνησης του ΑΚΕΛ, οι συντάξεις τότε δεν αυξήθηκαν κατά σχεδόν 6% όπως επιτυγχάνεται σήμερα, αλλά παρέμειναν στάσιμες και παγοποιήθηκαν, ενώ χρειάστηκαν πολλά χρόνια για να αποκατασταθεί η ζημιά που είχαν υποστεί οι συνταξιούχοι».

Σύμφωνα με τον Υπουργό Εργασίας «τίποτα δεν είναι αυτονόητο κατά την διακυβέρνηση της χώρας, και δεν είναι τυχαίο που σήμερα οι συντάξεις αυξήθηκαν, ενώ τότε οι αυξήσεις μηδενίστηκαν».

Η βελτίωση της καθημερινότητας, αναφέρει, «είναι αποτέλεσμα των κόπων και των θυσιών του κυπριακού λαού και η Κυβέρνηση θα συνεχίσει να εφαρμόζει την ανθρωποκεντρική πολιτική που αναβαθμίζει την ποιότητα ζωής των πολιτών».

«Ο αντιπολιτευτικός ρόλος είναι σεβαστός και άσκηση κριτικής είναι κατανοητή, όμως η χώρα προχώρα μπροστά με αυτοπεποίθηση και αισιοδοξία, για την ανάπτυξη της οικονομίας και την συνοχή της κοινωνίας», καταλήγει ο κ. Παναγιώτου.