Δεν διάπραξαν αδίκημα λειτουργοί της ΚΔ

Σοβαρά στοιχεία που θέτουν υπό αμφισβήτηση τη γνησιότητα παρουσιασθέντων για εγγραφή φοιτητών από τη Μπαγκλαντές σε κυπριακά πανεπιστήμια ιατρικών πιστοποιητικών και τραπεζικών καταστάσεων λογαριασμών που χρησιμοποιήθηκαν για εξασφάλιση άδειας εισόδου στη Δημοκρατία και συνακόλουθης εγγραφής στα πανεπιστημιακά ιδρύματα, διαπιστώθηκαν κατά την αστυνομική έρευνα που είχε ζητήσει για την υπόθεση αυτή ο Γενικός Εισαγγελέας Κώστας Κληρίδης.

ÔåëåôÞ ïñêùìïóßáò ôïõ íÝïõ Ãåíéêïý ÅéóáããåëÝá ê. Êþóôá Êëçñßäç, Ëåõêùóßá 16 Óåðôåìâñßïõ 2013.

Ανακοίνωση του Γενικού Εισαγγελέα αναφέρει πως οι όποιες παρατυπίες ή ποινικά αδικήματα σε σχέση με τα έγγραφα φαίνεται να είχαν διαπραχθεί στη Μπαγκλαντές και για αριθμό λόγων που παρέθεσε η αστυνομία, η διερεύνηση τους στη χώρα αυτή, θα ήταν άκρως προβληματική, χρονοβόρα και αμφίβολης κατάληξης.

Προσθέτει πως δεδομένου ότι σύμφωνα με ισχύουσα απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου η δεκτότητα τέτοιων εγγράφων είναι επιτρεπτή αφ’ ής στιγμής τα έγγραφα είναι πιστοποιημένα από την αρμόδια προξενική Αρχή της Δημοκρατίας στην αντίστοιχη χώρα, δεν φαίνεται να συνιστά αδίκημα η αποδοχή τους από λειτουργούς στη Δημοκρατία.

“Ενόψει των διαπιστώσεων τούτων και στη βάση εισηγήσεων της αστυνομίας, για τη συγκεκριμένη υπόθεση κρίθηκε όπως τερματισθεί η διερεύνηση και ληφθούν αναγκαία και συγκεκριμένα μέτρα διακρίβωσης της γνησιότητας τέτοιων εγγράφων από την εν λόγω χώρα, από τον Πρόξενο της Δημοκρατίας προτού αυτά προσκομιστούν στην Κύπρο για αποφυγή τέτοιων φαινομένων στο μέλλον”, σημειώνει ο Γενικός Εισαγγελέας.

Στην ανακοίνωση υπενθυμίζεται πως ο Γενικός Εισαγγελέας είχε ζητήσει τη διεξαγωγή αστυνομικής διερεύνησης για το ενδεχόμενο διάπραξης ποινικών αδικημάτων που σχετίζονταν με τη γνησιότητα των χρησιμοποιηθέντων εγγράφων, κατόπιν πληροφοριών που υπέβαλε ο Γενικός Ελεγκτής της Δημοκρατίας.

Ανακοίνωση της Ελεγκτικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας
Η Ελεγκτική Υπηρεσία με ανακοίνωση της αναφέρει ότι  οι  σχετικές αναφορές  του Γ. Εισαγγελέα επιβεβαιωνουν την ορθότητα της απόφασής της για παραπομπή της υπόθεσης σε αυτόν στις 30 Σεπτεμβρίου 2015. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τη σημερινή ανακοίνωση του Γ.Εισαγγέα:

« Κατά την αστυνομική έρευνα, την οποία είχε ζητήσει ο Γενικός Εισαγγελέας μετά που έλαβε τη δική μας επιστολή, «διαπιστώθηκαν σοβαρά στοιχεία που θέτουν υπό αμφισβήτηση τη γνησιότητα παρουσιασθέντων για εγγραφή φοιτητών από τη Μπαγκλαντές σε κυπριακά Πανεπιστήμια ιατρικών πιστοποιητικών και τραπεζικών καταστάσεων λογαριασμών που χρησιμοποιήθηκαν για εξασφάλιση άδειας εισόδου στην Δημοκρατία και συνακόλουθης εγγραφής στα Πανεπιστημιακά Ιδρύματα» .
· Λήφθηκαν τώρα «τα αναγκαία και συγκεκριμένα μέτρα διακρίβωσης της γνησιότητας τέτοιων εγγράφων από την εν λόγω χώρα, από τον Πρόξενο της Δημοκρατίας, προτού αυτά προσκομιστούν στην Κύπρο για αποφυγή τέτοιων φαινομένων στο μέλλον» .

Υπενθυμίζεται ότι στη χθεσινή ανακοίνωση της (παρ. 4), η Ελεγκτική Υπηρεσία είχε επί λέξει αναφέρει τα ακόλουθα:

«Ο Υπουργός δήλωσε πως δήθεν ούτε το Υπουργείο Εξωτερικών ούτε η Αστυνομία μπορούσαν να διαβεβαιώσουν ότι τα έγγραφα των φοιτητών είναι πλαστά και ότι δήλωναν πως ‘φαίνεται να είναι πλαστά’. Ακολούθησαν οι οδηγίες του Γενικού Εισαγγελέα για αστυνομική έρευνα. Είναι αντιληπτό πως κάποιοι στην Μπαγκλαντές οργάνωναν τη μεταφορά των φοιτητών και κάποιος μπορεί εύκολα να υποθέσει πως αυτοί ετοίμασαν τα πλαστά έγγραφα. Δεν είναι λοιπόν παράξενο που δεν κατέστη δυνατή η στοιχειοθέτηση ποινικών αδικημάτων σε ξένη χώρα. Δεν είναι όμως αυτή όλη η αλήθεια. Η Αστυνομία εντόπισε πλαστά έγγραφα, αυτά που κατά τον Υπουργό δεν μπορούσαν να εντοπιστούν. Αυτό δε που φάνηκε είναι ότι οι διαδικασίες ήταν διάτρητες και μετά τη δική μας παρέμβαση έχουν αλλάξει. Αυτό θα έπρεπε να είχε πράξει και ο Υπουργός. Να στείλει το θέμα στον Γενικό Εισαγγελέα και να εισαγάγει σωστές διαδικασίες. Αντί αυτού, αγνόησε την ύπαρξη πλαστών εγγράφων και επέλεξε μη σύννομες διαδικασίες που τώρα εγκαταλείπονται. Αυτοί που με βεβαιότητα ωφελήθηκαν είναι οι κολλεγιάρχες, και όχι το δημόσιο συμφέρον».